The Area

Λευκός Πύργος

Ο Λευκός Πύργος της Θεσσαλονίκης είναι οχυρωματικό έργο οθωμανικής[1][2][3][4] κατασκευής του 15ου αιώνα (χτίστηκε πιθανόν μεταξύ 1450-70). Σήμερα θεωρείται χαρακτηριστικό μνημείο της Θεσσαλονίκης και είναι ό,τι έχει σωθεί από την κατεδαφισμένη οθωμανική οχύρωση της πόλης[5]. Η σημερινή μορφή του πύργου αντικατέστησε βυζαντινή οχύρωση του 12ου αιώνα, για να χρησιμοποιηθεί στη συνέχεια ως κατάλυμα φρουράς Γενίτσαρων και ως φυλακή θανατοποινιτών. Σήμερα λειτουργεί ως μουσείο[6] και είναι ένα από τα πιο γνωστά κτίσματα-σύμβολα πόλεων στην Ελλάδα. Έχει 6 ορόφους, 34 μέτρα ύψος και 70 μέτρα περίμετρο.

Στην αρχή ονομαζόταν Πύργος του Λέοντος, όπως αναφέρει τουρκική επιγραφή του 1535-1536, η οποία υπήρχε στην είσοδό του εξωτερικού περιβόλου (τώρα κατεδαφισμένος) και η οποία μάλλον αναφερόταν στη χρονολογία κατασκευής του περιβόλου.[7]

Από τον 17ο αιώνα και μετά ονομαζόταν ανεπίσημα Φρούριο της Καλαμαριάς/Kelemeriye Kal’asi και Πύργος των Γενιτσάρων. Μετά την διάλυση του τάγματος των Γενίτσαρων το 1826 αποκτά το όνομα Kanli-Kule, δηλαδή Πύργος του Αίματος λόγω των σφαγών των Γενιτσάρων. Το όνομα διατηρείται και μετά το 1826 λόγω της λειτουργίας του ως φυλακή μελλοθανάτων και τόπο βασανιστηρίων, οι οποίοι συχνά εκτελούνταν από τους Γενιτσάρους γεμίζοντας με αίμα τους τοίχους.[7] Το σύγχρονο όνομά του το πήρε όταν ένας εβραίος κατάδικος, ο Nathan Guidili[8], τον ασβέστωσε με αντάλλαγμα την ελευθερία του, το 1891.[7] Μέχρι το 1912 ο χριστιανικός πληθυσμός συνεχίζει να τον αναφέρει Kanli-Kule[9], ενώ ο εβραϊκός υιοθετεί το Torre Blanca[10], που υιοθετούν και οι τούρκοι ως Beyaz-Kule, δηλαδή Λευκός Πύργος.

Η χρονολόγηση της μετονομασίας του έχει τροποποιηθεί με βάση τα βρετανικά έγγραφα που δημοσίευσε ο Βασίλης Κ. Γούναρης. Το 1883 ο Σουλτάνος Αβδ-ουλ-Χαμίτ Β έτυχε να διαβάσει κάποια έγγραφα από τη Θεσσαλονίκη. Σ' αυτά συνάντησε την ονομασία "Πύργος του Αίματος", που προφανώς ήταν σε χρήση ακόμη και από τις κρατικές υπηρεσίες. Σύμφωνα με τη μαρτυρία του Sir John Blunt, του πάντα καλά πληροφορημένου Βρετανού Γενικού Προξένου στη Θεσσαλονίκη, ο Σουλτάνος τηλεγράφησε αμέσως στον Νομάρχη (Βαλή), διατάζοντάς τον να ονομάζει στο εξής τον πύργο "Λευκό" (Ak-koule) και να απαγορεύσει -με την απειλή μάλιστα ποινής- την παλαιότερη δυσφημιστική ονομασία. Σύμφωνα με την εντολή ο Πύργος ασπρίστηκε και μέσα σε ένα χρόνο, όπως γράφει ο Blunt, δηλαδή εντός του 1884, η νέα ονομασία είχε επικρατήσει πλήρως. Η πληροφορία αυτή διασταυρώνεται με μια ακόμη ανεκμετάλλευτη έως τώρα πηγή, τον James George Cotton Minchin, Γενικό Πρόξενο της Σερβίας στο Λονδίνο, που, όταν επισκέφτηκε τη Θεσσαλονίκη τον Σεπτέμβριο του 1884 βρήκε τον Πύργο ασπρισμένο. Ο Minchin αναφέρει μάλιστα την ίδια πληροφορία για την άνωθεν διαταγή: όταν ο Σουλτάνος έμαθε το όνομα της φυλακής είπε: "Είναι δυνατόν στις κτήσεις μου να υπάρχει πύργος ο οποίος να ονομάζεται `Πύργος του Αίματος';" Είναι προφανές ότι ο Minchin άκουσε την ιστορία από τον συνάδελφό του, τον Blunt, εκτός κι αν του την είπε ο ίδιος ο Βαλής, ο Γκαλίμπ πασάς, τον οποίο επισκέφτηκε προσωπικά. Θα μπορούσε βέβαια να υποθέσει κανείς ότι ο Γκαλίμπ, γνωστός για τις εξωραϊστικές του πρωτοβουλίες, διέδωσε σκόπιμα την ανάμιξη του Σουλτάνου, για να φέρει γρηγορότερα αποτελέσματα. Πάντως, αν και ο Πύργος ήταν όντως λευκός ήδη, ο Minchin σημείωσε ότι "όλοι οι ασπριστάδες της Θεσσαλονίκης δεν θα ξεπλύνουν το αθώο αίμα που χύθηκε εκεί".[11]

Χάρη στην τοπική εφημερίδα της Θεσσαλονίκης ο Φάρος της Μακεδονίας είναι δυνατόν να επιτευχθεί ακριβέστερη χρονολόγηση του ασπρίσματος. Στις 30 Ιουλίου 1883 (με το παλαιό ημερολόγιο) στον "Κανλί Κουλέ (Πύργο του Αίματος)" δύο κρατούμενοι που έπαιζαν τους "κύβους" φιλονίκησαν και ο ένας δολοφονήθηκε. Το φονικό ακολούθησε αναταραχή που αποκαταστάθηκε από τη φρουρά. Η αμέσως επόμενη αναφορά του Πύργου είναι στις 29 Φεβρουαρίου 1884 (π.η.), όταν μετά από σχετικό αίτημα των κρατουμένων έγινε "εν τη περιβόλω του παρά την προκυμαίαν Λευκού Πύργου δοξολογία υπέρ του Σουλτάνου", ως ένδειξη ευχαριστίας για την αμνήστευση πολιτικών κρατουμένων στην Κωνσταντινούπολη. Δυστυχώς η εφημερίδα δεν κυκλοφόρησε από τις 17 Σεπτεμβρίου 1883 έως τις 8 Φεβρουαρίου 1884, διάστημα μέσα στο οποίο, όπως φαίνεται, διατάχθηκε το άσπρισμα και η μετονομασία. Όμως, σε μια αίτηση πολιτικών κρατουμένων που υποβλήθηκε στον Βρετανό Γενικό Πρόξενο στις 14 Οκτωβρίου 1883 και σώζεται ακόμη μεταφρασμένη αναφέρεται ότι οι υπογεγραμμένοι μετήχθησαν στον "Λευκό Πύργο" (Ak-koule) με σίδερα στα πόδια. Θα ήταν επομένως λογικό να υποθέσουμε ότι πιθανόν το φονικό και η αναταραχή στη φυλακή προκάλεσαν τη διοικητική αλληλογραφία που, σύμφωνα με τον Blunt, υπέπεσε στην προσοχή του Αβδούλ-Χαμίτ και ότι η διαταγή του Σουλτάνου εκτελέστηκε στα τέλη του καλοκαιριού του 1883

 

Πλατεία Αριστοτέλους  Θεσσαλονίκης

Είναι η  πλατεία - σύμβολο της  πόλης και πήρε τη  σημερινή της μορφή μετά την πυρκαγιά του 1917. Είναι  η πλατεία που θεωρείται το κέντρο της πόλης και έχει συνδεθεί με μια σειρά από γεγονότα που αφορούν όλους τους τομείς της ζωής για την πόλη της Θεσσαλονίκης. Είναι το κέντρο των κοινωνικών εκδηλώσεων, των πολιτικών διαδικασιών , των πολιτιστικών δράσεων.

Το  μία μεγάλη πυρκαγιά κατέστρεψε ολοσχερώς κτήρια σπάνιας αρχιτεκτονικής αξίας στο κέντρο της Θεσσαλονίκης, καταστήματα, εκκλησίες, τζαμιά και συναγωγές και κυρίως χιλιάδες σπίτια αφήνοντας άστεγους 72.000 κατοίκους.

Για την ανοικοδόμηση της πόλης συστήθηκε η «Διεθνής Επιτροπή Νέου Σχεδίου Θεσσαλονίκης» με πρόεδρο τον Γάλλο αρχιτέκτονα Ερνέστ Εμπράρ. Το φιλόδοξο σχέδιο σκάλωσε δυστυχώς σε μεγαλοϊδιοκτησιακά συμφέροντα και το μοναδικό σημείο της πόλης όπου εφαρμόστηκε το πολεοδομικό σχέδιο του Εμπράρ είναι η πλατεία Αριστοτέλους.

Η πλατεία Αριστοτέλους αποτελεί χαρακτηριστική περίπτωση συνδυασμού βυζαντινής τεχνοτροπίας και δυτικοευρωπαϊκής αρχιτεκτονικής. Τα δύο κτίρια σύμβολα της πλατείας, το «Ολύμπιον» και το «Ηλέκτρα», χτίστηκαν τις δεκαετίες ’50 και ’60 αντίστοιχα, ενώ η Αριστοτέλους διαμορφώθηκε στη τελική της μορφή μόλις το 1960.

Σήμερα στην πλατεία Αριστοτέλους υπάρχουν διάφορα εμπορικά καταστήματα, τράπεζες, κοσμηματοπωλεία, café bar. Στο κέντρο της δεσπόζει το άγαλμα του μεγάλου αρχαίου φιλοσόφου Αριστοτέλη.

Στο  βόρειο τμήμα της πλατείας βρίσκεται το άγαλμα του Ελευθερίου Βενιζέλου και μια σειρά από σημαντικά κτήρια και χώροι με τεράστια ιστορική, πολιτιστική και θρησκευτική αξία.


Δημιούργημα του διάσημου γάλλου αρχιτέκτονα και πολεοδόμου Ernest Hébrard (1875-1933), η πλατεία Αριστοτέλους αποτελεί τον πλέον εμβληματικό δημόσιο χώρο της Θεσσαλονίκης, τόπο συνάντησης, περιπάτου και αναψυχής για τους κατοίκους και τους επισκέπτες της πόλης, με πολυάριθμα καφέ μπαρ, εμπορικά καταστήματα και ξενοδοχεία.

Η παραθαλάσσια πλατεία, που φέρνει στο νου τις πλατείες άλλων μεγάλων ευρωπαϊκών πόλεων, διανοίχθηκε προκειμένου να αποτελέσει τον πυρήνα-τοπόσημο της Θεσσαλονίκης, στο πλαίσιο της πολεοδομικής ανάπλασης της πόλης μετά τη μεγάλη πυρκαγιά του 1917, που κατέστρεψε το κέντρο της.

Πράγματι, από τις αρχές της δεκαετίας του 1950, με την έντονη οικοδομική δραστηριότητα που αναπτύχθηκε, η πλατεία Αριστοτέλους διαδέχθηκε την πλατεία Ελευθερίας ως η κεντρική πλατεία της Θεσσαλονίκης.

Συνυφασμένη με τις σημαντικότερες πτυχές της κοινωνικής ζωής και της πολιτιστικής δραστηριότητας των Θεσσαλονικέων, η πλατεία, ο σπουδαιότερος ενιαίος υπαίθριος χώρος της Θεσσαλονίκης, στάθηκε η γέφυρα μεταξύ του αρχιτεκτονικού παρελθόντος και του σύγχρονου προσώπου της πόλης, μεταξύ του χθες και του σήμερα.

Καμάρες, στοές και κιονοστοιχίες στολίζουν τα ιστορικά κτίρια-έργα τέχνης της πλατείας Αριστοτέλους. Στις όψεις των κτιρίων, που οικοδομήθηκαν ως επί το πλείστον στις πρώτες μεταπολεμικές δεκαετίες, αποτυπώνονται δυτικοευρωπαϊκά αρχιτεκτονικά πρότυπα και «νεοβυζαντινές» επιρροές.

Μεταξύ άλλων, την πλατεία Αριστοτέλους κοσμούν το αξιοθαύμαστο από αρχιτεκτονικής απόψεως κτίριο του ξενοδοχείου «Ηλέκτρα Παλάς» και το κτιριακό συγκρότημα «Ολύμπιον», έδρα του Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης. Στο κέντρο της πλατείας δεσπόζει το άγαλμα του Αριστοτέλη, ενώ στο βόρειο τμήμα της υψώνεται επιβλητικός ο ανδριάντας του Ελευθερίου Βενιζέλου.

Στην πλατεία Αριστοτέλους, το ωραιότερο άνοιγμα της Θεσσαλονίκης προς τη θάλασσα, πραγματοποιούνται καθ’ όλη τη διάρκεια του χρόνου συναυλίες, φεστιβάλ και άλλες πολιτιστικές εκδηλώσεις.

 

Ιερός Ναός Αγίου Δημητρίου Θεσσαλονίκης

Ο ναός του Αγίου Δημητρίου είναι ναός στη Θεσσαλονίκη αφιερωμένος στον Άγιο Δημήτριο, τον πολιούχο της πόλης. Βρίσκεται στην ομώνυμη οδό και είναι πεντάκλιτη βασιλική του «ελληνιστικού τύπου», αλλά με πολλά ιδιαίτερα και σπάνια χαρακτηριστικά σε σχέση με άλλους ναούς της ίδιας περιόδου στην Ελλάδα, με εγκάρσιο κλίτος και με πλούσιο ζωγραφικό και μαρμάρινο διάκοσμο με περίτεχνα κιονόκρανα. Στο υπόγειο του ναού βρίσκεται ο χώρος μαρτυρίου του Αγίου. Από τα ψηφιδωτά του, ξεχωρίζει αυτό που απεικονίζει τον ίδιο τον άγιο με δύο μικρά παιδιά και ένα άλλο, που απεικονίζει τον άγιο ανάμεσα στον επίσκοπο και στον έπαρχο, οι οποίοι ανακαίνισαν το ναό τον 7ο αι.

Ο πρώτος ναός ήταν ένα μικρό προσευχητάριο που ιδρύθηκε μετά το 313 μ.Χ. (Διάταγμα των Μεδιολάνων περί ανεξιθρησκίας) στον τόπο μαρτυρίου του Αγίου Δημητρίου.

Το 412-413 μ.Χ., ο έπαρχος Ιλλυρικού Λεόντιος ίδρυσε στον ίδιο χώρο μια μεγάλη τρίκλητη βασιλική, κάτω από το ιερό βήμα της οποίας διατήρησε τμήμα των θερμών όπου μαρτύρησε ο Άγιος Δημήτριος. Αυτή κάηκε το 629-634. Μετά την πυρκαγιά ο επίσκοπος Ιωάννης, με οικονομική ενίσχυση των πολιτών έχτισε μια μεγαλύτερη πεντάκλιτη βασιλική[1] που αποτελούσε κατά τη βυζαντινή εποχή το κέντρο λατρείας του Αγίου.

Το 904 ο ναός λεηλατήθηκε από τους Σαρακηνούς. Το 1185, κατά την άλωση της πόλης από τους Νορμανδούς, αφαίρεσαν το σκήνωμα του Αγίου Δημητρίου που φυλασσόταν σε κιβώριο στο κέντρο του ναού. Βρέθηκε στο μοναστήρι του San Lorenzo in Campo της Βόρειας Ιταλίας. Η κάρα και μέρος των λειψάνων του Αγίου επιστράφηκαν το 1978 και τοποθετήθηκαν στο δυτικό κλίτος σε αργυρή λειψανοθήκη κάτω από το ομοίωμα του παλιού κιβωρίου, έργο του γλυπτικού οίκου Φιλιππότη από την Τήνο.

Το 13ο αιώνα ο ναός επισκευάστηκε και ανακαινίστηκε. Την εποχή εκείνη χτίστηκε και το παρεκκλήσι του Αγίου Ευθυμίου στην νοτιοανατολική πλευρά του ναού του Αγίου Δημητρίου

Το 1492-93 ο ναός μετατράπηκε σε τζαμί με το όνομα Κασιμιέ Τζαμί. Τότε η λατρεία του Αγίου άλλαξε τόπο. Ένας παραθαλάσσιος ναός, μία ξυλόγλυπτη τρίκλιτη βασιλική που χτίστηκε στα τέλη του 13ου-αρχές 14ου αι. στην θέση της σημερινής Μητρόπολης, τιμήθηκε στο όνομα του Αγίου Δημητρίου. Μεταφέρθηκαν εκεί η περίφημη εικόνα του Αγίου (είχε ζωγραφιστεί όσο ζούσε) και πολλά κειμήλια. Ο ναός εκείνος κάηκε το 1890.

Επί Βαλή Δεούφ Πασά έγιναν επισκευές στο ναό του Αγίου Δημητρίου και τότε αποκαλύφθηκαν τα μωσαϊκά του. Αποδόθηκε ξανά στη χριστιανική λατρεία το 1912.

Στη μεγάλη πυρκαγιά, η οποία κατέστρεψε τα 2/3 της πόλης τον Αύγουστο του 1917, κάηκε σχεδόν ολοκληρωτικά και αναστηλώθηκε το 1948 διατηρώντας αρκετά από τα αρχιτεκτονικά του στοιχεία. Χάρη στον αρχιτέκτονα Αριστοτέλη Ζάχο, που είχε κρατήσει σημειώσεις, σχέδια και φωτογραφίες, με τη συνεργασία των Γ. Σωτηρίου, E. Hebrard, Α. Ορλάνδου, Α. Ξυγγόπουλου, Σ. Πελεκανίδη, κ.ά., ο ναός αναστηλώθηκε «εκ βάθρων» για να δοθεί και πάλι στη λατρεία των πιστών στις 26 Οκτωβρίου του 1949, την ημέρα της γιορτής του άγιου.

Λίγο αργότερα, το 1978, τα λείψανα του Αγίου επέστρεψαν από το αββαείο του Αγίου Λαυρεντίου στο Κάμπο της Ιταλίας και τοποθετήθηκαν σε μια αργυρή λάρνακα όπου φυλάσσονται ως σήμερα.

Το 1988 ο ναός ανακηρύχθηκε Μνημείο Παγκόσμιας Κληρονομιάς από την UNESCO.

Από το 1988 η κρύπτη του ναού λειτουργεί ως εκθεσιακός χώρος (μουσειακή έκθεση), όπου εκτίθενται συλλογή γλυπτών, κιονόκρανων, θωρακίων και αγγείων από τις διάφορες φάσεις της ιστορίας του ναού του Αγίου Δημητρίου.

 

Ιερός Ναός Αγίας Σοφίας Θεσσαλονίκης

Ο ναός βρίσκεται στη συμβολή των οδών Αγίας Σοφίας και Ερμού. Αφιερωμένος στο Χριστό, τον αληθή Λόγο και τη Σοφία του Θεού γιόρταζε στις 14 Σεπτεμβρίου την Ύψωση του Τιμίου Σταυρού.

Η αρχαιότερη γραπτή αναφορά στο ναό χρονολογείται το 795 αλλά τα αρχαιολογικά δεδομένα δείχνουν ότι κτίστηκε στα τέλη του 7ου αιώνα στη θέση πεντάκλιτης βασιλικής του 5ου αιώνα, η οποία καταστράφηκε από σεισμό περίπου το 620. Ο ναός αποτελεί τυπικό δείγμα μεταβατικού σταυροειδούς με τρούλλο και περίστωο, εξέλιξη του νέου αρχιτεκτονικού ρυθμού της τρουλλαίας βασιλικής. Στη διάρκεια της λατινοκρατίας στη Θεσσαλονίκη (1204-1224) ο ναός έγινε καθεδρικός των Λατίνων. Μετά την παλινόρθωση της βυζαντινής κυριαρχίας στην πόλη αποτέλεσε και πάλι την ορθόδοξη επισκοπική έδρα της Θεσσαλονίκης έως το 1523/24, επί Μακτούλ Ιμπραήμ Πασά, οπότε και μετατράπηκε σε τζαμί. Στη βορειοδυτική γωνία του κατασκευάστηκε πύργος ανόδου στα υπερώα, πιθανώς ως ο πρώτος μιναρές το τζαμιού. Το 1890 πυρκαϊά προκάλεσε καταστροφές στο κτίσμα, το οποίο αναστηλώθηκε το 1907-1909 από το βυζαντινολόγο Κάρολο Ντηλ. Στις 29 Ιουνίου 1913 ο χώρος καθαγιάστηκε εκ νέου και αποδόθηκε στη χριστιανική λατρεία. Μετά τους σεισμούς του 1978 ακολούθησαν εργασίες στερέωσης και αποκατάστασης στην ανωδομή και τον ψηφιδωτό διάκοσμο και παράλληλα διεξήχθη ανασκαφική έρευνα στο εσωτερικό του ναού και στον περιβάλλοντα χώρο του.

Ο ψηφιδωτός διάκοσμος του ναού έχει εκτελεστεί σε τρεις διαφορετικές περιόδους. Στα χρόνια της Εικονομαχίας ανήκει ο ανεικονικός διάκοσμος της καμάρας του ιερού βήματος με τους σταυρούς και τα φύλλα σε επάλληλα τετράγωνα, όπως πιστοποιούν και τα τρία ψηφιδωτά μονογράμματα του αυτοκράτορα Κωνσταντίνου Στ΄, της μητέρας του Ειρήνης της Αθηναίας και του επισκόπου Θεσσαλονίκης Θεοφίλου. Στην ίδια περίοδο χρονολογείται και ο μεγάλος σταυρός στο τετρατοσφαίριο της αψίδας, ίχνη του οποίου μόλις που διακρίνονται κάτω από την μεταγενέστερη, μέσα στον 11ο - 12ο αιώνα παράσταση της ένθρονης Παναγίας Βρεφοκρατούσας. Στον τρούλλο η μεγαλειώδης σύνθεση της Ανάληψης ανάγεται στα τέλη του 9ου αιώνα και αποτελεί κορυφαίο δείγμα της λεγόμενης ''Αναγέννησης της εποχής των Μακεδόνων αυτοκρατόρων''. Η επιγραφή στη βάση του τρούλλου, που αναφέρει το όνομα του αρχιεπισκόπου Θεσσαλονίκης Παύλου (880-885), δεν συσχετίζεται με την κατασκευή του ψηφιδωτού.

Οι τοιχογραφίες του ναού ανάγονται στον 11ο αιώνα και συνδέονται με την ανέγερση του νάρθηκα μετά το 1037. Διατηρούνται λίγες μορφές μοναχών αγίων τα τόξα των παραθύρων του και ανάμεσά τους η Αγία Θεοδώρα της Θεσσαλονίκης (δίπλα στη βόρεια είσοδο).

Ο γλυπτός διάκοσμος του ναού δεν είναι έργο μίας φάσης. Στους κίονες του ισογείου και στα κιονόκρανά τους χρησιμοποιήθηκε υλικό του 5ου και 6ου αιώνα. Ο άμβωνας, έργο του 5ου αιώνα, μεταφέρθηκε στην Κωνσταντινούπολη το 1905. Οι μαρμάρινοι κοσμήτες φαίνεται πως είναι σύγχρονοι της ανέγερσης του ναού.

 

Ιερός Ναός Παναγίας Χαλκέων Θεσσαλονίκης

 

Στη συμβολή των οδών Εγνατίας και Αριστοτέλους, νοτιοδυτικά του αρχαιολογικού χώρου της Ρωμαϊκής Αγοράς, βρίσκεται ο ναός της Παναγίας Χαλκέων. Κτίστηκε στο χώρο του Μεγαλοφόρου, της κεντρικής αγοράς της Θεσσαλονίκης, κοντά στη Χαλκευτική στοά, όπου έως και σήμερα συναντά κανείς τα εργαστήρια των χαλκωματάδων.

Η κτητορική επιγραφή στο μαρμάρινο υπέρθυρο της δυτικής εισόδου μας πληροφορεί ότι το 1028 ο Χριστόφορος Πρωτοσπαθάριος και Κατεπάνω Λαγουβαρδίας, μαζί με τη σύζυγό του Μαρία και τα παιδιά του Νικηφόρο, Άννα και Κατακαλή, έχτισε το ναό για τη Θεοτόκο. Ο τάφος του κτήτορα βρίσκεται στο μέσο του βόρειου τοίχου.

Η εκκλησία ανήκει στο νέο τύπο που διαμορφώνεται την εποχή της δυναστείας των Μακεδόνων αυτοκρατόρων, το σταυροειδή εγγεγραμμένο με τρούλλο ναό. Η επίδραση της αρχιτεκτονικής της Κωνσταντινούπολης είναι εμφανής τόσο στον τύπο του ναού όσο και στην τοιχοποιία του που ελαφρύνεται από επάλληλα καμπύλα τόξα και αψιδώματα, κόγχες και ημικυκλικούς κίονες. Μαρμάρινος κοσμήτης περιτρέχει το ναό στο μέσο του ύψους του κάτω από τον οποίο υπήρχε διακοσμητική ζώνη από πήλινα έγχρωμα πλακίδια. Η αποκλειστική χρήση πλίνθων ως οικοδομικό υλικό με τη λεγόμενη ''τεχνική της κρυμμένης πλίνθου'' έδωσε στο κτίσμα τη λαϊκή προσωνυμία ''Κόκκινη Εκκλησιά''.

Ο ναός κοσμήθηκε με τοιχογραφίες ταυτόχρονα με την ίδρυσή του, όπως μας πληροφορεί κτητορική επιγραφή στην καμάρα του ιερού Βήματος. Σώζονται λίγες χριστολογικές σκηνές στον κυρίως ναό (Γέννηση, Υπαπαντή, Προσκύνηση των Μάγων, Πεντηκοστή) και λειτουργικές στο ιερό βήμα, όπου η Πλατυτέρα δεομένη, Ιεράρχες και η Κοινωνία των Αποστόλων. Στο νάρθηκα αναπτύσσεται η Δευτέρα Παρουσία. Στην εποχή των Παλαιολόγων, ανακαινίστηκε ο ζωγραφικός διάκοσμος, με νέες παραστάσεις, από τις οποίες σώζονται η Κοίμηση της Θεοτόκου, λίγες σκηνές του Ακαθίστου Ύμνου και μεμονωμένες μορφές αγίων.

Το 1430 μετατράπηκε σε τζαμί με την επωνυμία ''Καζαντζιλάρ τζαμί'' (= τζαμί των χαλκωματάδων).

Μετά τους σεισμούς του 1978 πραγματοποιήθηκαν εργασίες στερέωσης του μνημείου και συντήρησης των τοιχογραφιών του.

 

Μοναστήρι Αγίας Θεοδώρας Θεσσαλονίκης

Οι πρώτες πληροφορίες για την ιστορία της μονής της αγίας Θεοδώρας προέρχονται από το Βίο της Οσίας. Όταν η Οσία κατέφυγε εκεί σε ηλικία 25 ετών για να μονάσει (το έτος 837), η μονή ήταν αφιερωμένη στο όνομα του πρωτομάρτυρος Στεφάνου. Οι χώροι της μονής του αγίου Στεφάνου που μαρτυρούνται ρητὰ και κατ’ επανάληψη στο κείμενο του Βίου είναι το παρεκκλήσιο της Υπεραγίας Θεοτόκου όπου τοποθετήθηκε το λείψανο της οσίας κατὰ τη μετακομιδή του, το κοινοτάφιο των αδελφών της μονής, η τράπεζα, το μαγειρείο, τα κελλιά, ο χώρος υφαντουργίας, ο μύλωνας, η αυλή, το βαλανείο, το φρέαρ και το θυρωρείο. Το καθολικὸ της μονής πιθανὸν είχε παρόμοια αρχιτεκτονικὴ μορφή μ’ αυτήν της Αγίας Σοφίας, φυσικά σε μικρότερες διαστάσεις.

Μετά τη μετακομιδή του λειψάνου της οσίας Θεοδώρας, τον Αύγουστο του 893, η μονή μετονομάσθηκε σε μονή της αγίας Θεοδώρας. Εξ αρχής λειτουργούσε με το κοινοβιακό σύστημα. Δε γνωρίζουμε πότε ακριβώς και για ποιους λόγους η μονή της αγίας Θεοδώρας έπαυσε να λειτουργεί μ’ αυτήν την ιδιότητα και λειτουργούσε πλέον ως ενοριακός ναός. Είναι μόνο γνωστό ότι αυτό συνέβη το 18ο αιώνα.

Στην ιερά μονή της Αγίας Θεοδώρας μόνασαν η αδελφή του αρχιεπισκόπου Θεσσαλονίκης αγίου Νείλου Καβάσιλα και η μητέρα τού αγίου Νικολάου Καβάσιλα του Χαμαετού.

Το 1430 με την άλωση της Θεσσαλονίκης, οι Τούρκοι κατατεμάχισαν τὸ άγιο λείψανο της Οσίας. Ωστόσο η μονή δε δημεύθηκε, ούτε μετατράπηκε σε τζαμί. Μάλιστα κατ’ αυτήν την περίοδο ήταν μία από τις τρεις μονές που λειτουργούσαν στη Θεσσαλονίκη μετά την άλωσή της και αριθμούσε διακόσιες μοναχές. Η μονή ονομαζόταν τουρκικά Kizlar Manastir ( Μοναστήρι των Κοριτσιών) και βρισκόταν σε μία απὸ τις δώδεκα χριστιανικές συνοικίες της πόλης.

Το καθολικό της μονής επλήγη καίρια κατά τις δύο πυρκαγιές του 1890 και 1917. Η πυρκαγιά του 1917 κατέστρεψε ολοκληρωτικά το καθολικό της μονής. Το μόνο κτίσμα που διασώθηκε ήταν το κωδωνοστάσιο του ναού, το οποίο κτίστηκε στα τέλη του 19ου αιώνος.

Ο νέος ναός κτίστηκε πλησίον του κατεστραμμένου καθολικού το 1935 και το 1957 ο μητροπολίτης Θεσσαλονίκης Παντελεήμων ο Α΄ανήγειρε τη δυτική πτέρυγα της μονής, όπου λειτούργησαν διαδοχικά φοιτητικό οικοτροφείο και Εκκλησιαστική Σχολή. Από το 1974 λειτουργεί ως ανδρώα μονή, ενώ το 1989 ιδρύεται στο χώρο της μονής το Κέντρο Αγιολογικών Μελετών της Ι. Μητροπόλεως Θεσσαλονίκης.

Η μονή συντηρεί με δικούς της πόρους το οικοτροφείο
του Αγίου Αντωνίου και προβαίνει σε εκδόσεις βιβλίων. Τέλος, υπό τήν κηδεμονία της έχει πέντε μετόχια στο χώρο της Μητροπόλεως Θεσσαλονίκης : 1. το ναό του Αγίου Αντωνίου, 2. το παρεκκλήσιο του Αγίου Νικολάου του Τρανού, 3. το ναό του Αγίου Παντελεήμονος, 4. το παρεκκλήσιο της Παναγίας Ελεούσης και 5. το ναό του Οσίου Δαβίδ.

 

Μονή Βλατάδων Θεσσαλονίκης

  

H Μονή Βλατάδων ή Βλαττάδων ή Βλατταίων, γνωστή και ως Τσαούς Μοναστήρι, είναι μοναστήρι στην περιοχή της Άνω Πόλης της Θεσσαλονίκης, 80 περίπου μέτρα από τα τείχη του Επταπυργίου. Είναι το μοναδικό μοναστήρι της βυζαντινής περιόδου της πόλης που εξακολουθεί να λειτουργεί μέχρι σήμερα.

Ιστορικά στοιχεία

Ιδρύθηκε κατά τα μέσα του 14ου αιώνα σε χώρο που πιθανώς να φιλοξενούσε παλαιότερο ναό, από τον κρητικής καταγωγής μητροπολίτη Θεσσαλονίκης Δωρόθεο Βλαττή και τον αδελφό του Μάρκο. Οι πρώτες ιστορικές αναφορές στη Μονή Βλαττάδων γίνονται το 1405 στο οδοιπορικό του Ρώσου περιηγητή Ιγνατίου του Σμολένσκ. Κατά τον 15ο αιώνα η μονή γνώρισε μεγάλη ακμή. Μετά την άλωση της Θεσσαλονίκης οι Τούρκοι της έδωσαν κάποια προνόμια, που επικυρώθηκαν και με φιρμάνι του Μωάμεθ Β΄ το 1446. Σύμφωνα με παράδοση του 16ου αιώνα, η προνομιακή αυτή μεταχείριση οφειλόταν στη βοήθεια που είχαν προσφέρει οι μοναχοί της στους Τούρκους για την άλωση της πόλεως. Εξάλλου, από ορισμένα κτίσματα οθωμανικής τεχνοτροπίας φαίνεται ότι τον 16ο αιώνα στη μονή εγκαταστάθηκαν Τούρκοι. Το 1633, με σιγίλλιο του Πατριάρχη Κυρίλλου Λούκαρι, η Μονή Βλαττάδων προσαρτήθηκε ως μετόχιο στη Μονή Ιβήρων του Αγίου `Ορους. Το 1801 ανακαινίσθηκε το καθολικό της μονής, αλλά το 1870 μια πυρκαϊά κατέστρεψε μέρος της, συμπεριλαμβανόμενης και της βιβλιοθήκης. Οι ζημιές επισκευάσθηκαν με έξοδα του Οικουμενικού Πατριαρχείου.

Σημερινή κατάσταση

Σήμερα η Μονή ανήκει στο Οικουμενικό Πατριαρχείο. Από το αρχικό κτίσμα σώζεται μόνο το ιερό και λίγα άλλα αρχιτεκτονικά στοιχεία. Κοντά στο καθολικό της Μονής, που τιμάται στο όνομα της Μεταμορφώσεως του Σωτήρος, υπάρχει θολωτό παρεκκλήσιο του 14ου αιώνα με τοιχογραφίες της εποχής των Παλαιολόγων. Σύμφωνα με τοπική παράδοση η Μονή είναι κτισμένη στον τόπο όπου κήρυττε ή διέμενε ο Απόστολος Παύλος κατά τη διαμονή του στην πόλη. Σώζονται 93 κώδικες και το αρχείο της Μονής, που κατά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο μεταφέρθηκαν για ασφάλεια στη Μονή Ιβήρων.

Η Μονή Βλαττάδων βρίσκεται σε υψόμετρο 120 μέτρων περίπου και έχει ωραία θέα προς την πόλη της Θεσσαλονίκης.

Ηγούμενος: Ο Θεοφιλέστατος Επίσκοπος Αμορίου κ. Νικηφόρος Ψυχλούδης. Προηγούμενος: Ο Μητροπολίτης Τυρολόης και Σερεντίου κ. Παντελεήμων (Ροδόπουλος), Ομότιμος Καθηγητής Α.Π.Θ.

 

Μπέη Χαμάμ

 

Κτισμένο το 1444, το Μπέη Χαμάμ είναι το παλιότερο από τα Οθωμανικά Λουτρά της Θεσσαλονίκης και ένα από τα σημαντικότερα κτίσματα που ενσωματώνουν Οθωμανική αρχιτεκτονική. Όπως και πολλά ακόμη μοναδικής ιστορικής σημασίας κτίρια, θα το βρείτε στο κέντρο της πόλης βόρεια της Πλατείας Αριστοτέλους, απέναντι ακριβώς από την Παναγία Χαλκέων.
Ένα αρχιτεκτονικό κόσμημα στο κέντρο της πόλης

Τα Χαμάμ κατασκευάστηκαν με εντολή του Μουράτ ΄Β, ενώ αποτελούν και τα μεγαλύτερα σε μέγεθος λουτρά που ανεγέρθηκαν μετά την κατάκτηση της πόλης από τους Οθωμανούς το 1430.

Διέθεταν ξεχωριστούς χώρους για άνδρες και γυναίκες ενώ θεωρούνται μοναδικά για τις εντυπωσιακές διακοσμητικές συνθέσεις και τα περίτεχνα σχέδια που διαφαίνονται και σήμερα στο εσωτερικό τους. Η εσωτερική τους διαρρύθμιση χαρακτηρίζεται από πολλά δωμάτια τα οποία επικοινωνούν μεταξύ τους με περισσότερες από μια εισόδους έχοντας μια ελαφρώς λαβυρινθώδη διάταξη.

Εκτός από τα μικρότερα δωμάτια που καταλαμβάνουν το μεγαλύτερο μέρος των λουτρών, υπάρχουν και κάποια μεγαλύτερα τα οποία χαρακτηρίζονται για την οκταγωνική τους μορφή και τις αψίδες που τα περιβάλλουν. Οι χώροι που προορίζονταν για τους άνδρες είναι αυτοί με την μεγαλύτερη άνεση και πολυτέλεια ενώ στην όλη ομορφιά του χώρου προσδίδουν και τα ανοίγματα στην οροφή των διακοσμημένων θόλων που επιτρέπουν την είσοδο φυσικού φωτισμού.

 

Αρχαιολογικό Μουσείο Θεσσαλονίκης

Η ιστορία του Αρχαιολογικού Μουσείου Θεσσαλονίκης παρακολουθεί τη διαδρομή της νεότερης ιστορίας της πόλης. Η Εφορεία Αρχαιοτήτων «παρά τη Γενική Διοικήσει Μακεδονίας» ήταν η πρώτη υπηρεσία που ιδρύθηκε, τον Νοέμβριο του 1912, δεκαπέντε μόλις μέρες μετά την υπογραφή παράδοσης της πόλης στο Ελληνικό Κράτος. Μέχρι το 1925 τόπος συγκέντρωσης των αρχαιοτήτων της Μακεδονίας ήταν το Διοικητήριο (το σημερινό κτήριο του Υπουργείου Μακεδονίας και Θράκης), καθώς και η Οθωμανική Σχολή Ιδαδιέ, το κτήριο που στέγασε τη Φιλοσοφική Σχολή του Αριστοτέλειου Πανεπιστημίου. Κατά την διάρκεια του Α’ παγκόσμιου πολέμου, συγκεντρώνονται αρχαιότητες από τον Γαλλικό Στρατό της Ανατολής (Armee Francaise d’ Orient) αρχικά στο Καραμπουρνάκι και στη συνέχεια στη Ροτόντα, ενώ τα ευρήματα από τις έρευνες των Άγγλων συγκεντρώνονται στον Λευκό Πύργο.

Το 1925 παραχωρείται στην Αρχαιολογική Υπηρεσία το Γενή Τζαμί, το νεότερο τζαμί, των ντονμέδων, της άλλοτε τουρκοκρατούμενης Θεσσαλονίκης. Το Γενή Τζαμί θα αποτελέσει το πρώτο μουσείο της πόλης, όπως το δηλώνει και η επιγραφή που έχει απομείνει στην προμετωπίδα του. Το 1940 πολλές αρχαιότητες, κυρίως γλυπτά, θάφτηκαν σε ορύγματα προκειμένου να διασωθούν από τη λαίλαπα του Β’ παγκόσμιου πολέμου. Οι αρχαιότητες ξεθάφτηκαν το 1951 και για πρώτη φορά εκτέθηκαν στην κεντρική αίθουσα του Αρχαιολογικού Μουσείου (Γενή Τζαμί), το 1953.
Το 1950 παραχωρήθηκε ένα μεγάλο οικόπεδο σε κεντρικό σημείο της Θεσσαλονίκης, στην Πλατεία Χ.Α.Ν.Θ. σε άμεση γειτνίαση με την μεγάλη έκταση όπου οργανωνόταν η Διεθνής Έκθεση. Ο σχεδιασμός του νέου μουσείου ανατέθηκε στον επιφανή Έλληνα αρχιτέκτονα Πάτροκλο Καραντινό, σημαντικό εκπρόσωπο του μοντερνισμού στην Ελλάδα.

Το νέο μουσείο εγκαινιάστηκε το 1962 με κάθε επισημότητα, μαζί με τις γιορτές για την επέτειο των πενήντα χρόνων από την απελευθέρωση της Θεσσαλονίκης, με έκθεση των εντυπωσιακών ευρημάτων των τάφων του Δερβενίου που είχαν αποκαλυφθεί την ίδια χρονιά. Στη συνέχει οργανώθηκε έκθεση γλυπτικής, από τους αρχαϊκούς έως τους ρωμαϊκούς χρόνους, από τον ομότιμο καθηγητή Αρχαιολογίας του Αριστοτέλειου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης Γιώργο Δεσπίνη.

Τα λαμπρά ευρήματα του καθηγητή Μανόλη Ανδρόνικου από την ανασκαφή των βασιλικών τάφων των Αιγών στη Βεργίνα, τα οποία μεταφέρθηκαν για φύλαξη και συντήρηση στο μουσείο αμέσως μετά την ανεύρεσή τους, επέβαλλαν την οργάνωση νέου τρόπου έκθεσης και κατέδειξαν την ανάγκη μιας κτηριακής επέκτασης. Το 1982 οργανώθηκε μια νέα έκθεσης, αυτής των ταφικών ανασκαφικών συνόλων από τη Σίνδο. Η ανασκαφή και η έκθεση πραγματοποιήθηκαν με την εποπτεία και επιμέλεια της εφόρου αρχαιοτήτων Αικατερίνης Δεσποίνη. Το 1985, γενέθλιο έτος για τα 2.300 χρόνια από την ίδρυση της Θεσσαλονίκης, από τον Κάσσανδρο το 315 π.Χ., στην πρώτη μεγάλη έκθεση αφιερωμένη στην ιστορία και αρχαιολογία της πόλης, με την επιμέλεια της τότε διευθύντριας του Μουσείου Ιουλίας Βοκοτοπούλου.

Το 1996 έγινε η πρώτη εκτεταμένη έκθεση για την προϊστορική Μακεδονία στον ημιυπόγειο χώρο κάτω από την έκθεση της Βεργίνας, στο καινούργιο κτήριο του Βογιατζή του 1980, με εποπτεία του τότε διευθυντή του Μουσείου Δημήτρη Γραμμένου και επιμέλεια της αρχαιολόγου Μαρίας Παππά. Το 1998, μετά από τη μεταφορά  των ευρημάτων των Αιγών από το Μουσείο στη Βεργίνα και την έκθεσή τους στο μουσειακό οικοδόμημα που ανέπλαθε τον μεγάλο ταφικό τύμβο των βασιλικών τάφων, οργανώθηκε στο Μουσείο έκθεση με θέμα ο «Χρυσός των Μακεδόνων», υπό την εποπτεία του τότε διευθυντού Δημήτρη Γραμμένου και επιμέλεια των αρχαιολόγων Μπετίνας Τσιγαρίδα και Δέσποινας  Ιγνατιάδου, προκειμένου να καλυφτεί το «κενό» που άφησε στη συνείδηση του κοινού η έλλειψη των εντυπωσιακών βασιλικών κτερισμάτων
Το 2002 με σχετικό Προεδρικό Διάταγμα (το 164/2002) το Αρχαιολογικό Μουσείο Θεσσαλονίκης γίνεται ανεξάρτητη περιφερειακή μονάδα του Υπουργείου Πολιτισμού. Η επιτακτική ανάγκη ανακαίνισης του κτηρίου του Καραντινού και του Βογιατζή και οι σύγχρονες μουσειολογικές επιταγές, οδήγησαν στην απόφαση μιας ριζικής μετασκευής του Μουσείου στην αυγή του 21ου αιώνα. Από το 2004 το Μουσείο λειτουργεί με νέες μόνιμες εκθέσεις… Έπειτα από τέσσερα χρόνια διακοπής της λειτουργίας του τα επίσημα εγκαίνια του ανακαινισμένου πλέον Αρχαιολογικού Μουσείου Θεσσαλονίκης, με πέντε νέες θεματικές εκθέσεις, υπό την εποπτεία του Δ. Γραμμένου και μεγάλου επιτελείου πολλών ειδικοτήτων, έγιναν τον Σεπτέμβριο του 2006. Η έκθεση, απολύτως ανθρωποκεντρική, παρακάμπτοντας συχνά το μίτο του χρόνου, έχει έντονο διδακτικό χαρακτήρα.

Μετά από μία μακρά περίοδο εργασιών απαραίτητων για την αναδιοργάνωση των χώρων έκθεσης, αποθήκευσης, συντήρησης και διοίκησης, το Αρχαιολογικό Μουσείο Θεσσαλονίκης άνοιξε τις πύλες του στο κοινό, τον Σεπτέμβριο του 2006. Στο διάστημα που προηγήθηκε, εκτός από την κτιριακή επέκταση ολοκληρώθηκε και το σημαντικότερο και ουσιαστικότερο μέρος της προσπάθειάς μας: σχεδιάστηκε και πραγματοποιήθηκε η επανέκθεση των συλλογών του Μουσείου με τρόπο που να καλύπτει τις ανάγκες του σύγχρονου επισκέπτη.

Πρόθεσή μας ήταν να φωτίσουμε όψεις της πολιτισμού που αναπτύχθηκε στη Μακεδονία, κυρίως στην περιοχή της Θεσσαλονίκης και των όμορων νομών, για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα: από την αυγή της προϊστορίας μέχρι την ύστερη αρχαιότητα, τους πρώτους, δηλαδή, χριστιανικούς αιώνες.

Σας καλούμε λοιπόν να επισκεφθείτε το Μουσείο. Να αφουγκραστείτε τις ιστορίες που έχει να σας αφηγηθεί, να δείτε και να ακούσετε πώς τα αντικείμενα «γράφουν» ιστορία. Κι ακόμα, ελάτε να ζήσετε και να απολαύσετε όσα ένα σύγχρονο μουσείο μπορεί να προσφέρει: εκπαιδευτικά προγράμματα, εκθέσεις αρχαίου και σύγχρονου πολιτισμού, εργαστήρια, διαλέξεις, σεμινάρια, ψυχαγωγικές εκδηλώσεις.

Το Αρχαιολογικό Μουσείο Θεσσαλονίκης είναι ένας χώρος πολιτισμού και μάθησης, ανοιχτός σε όλους.

 

Ανάκτορα του Γαλέριου

Το τελευταίο τέταρτο του 3ου αι. μ.Χ. και μετά από μια μεταβατική περίοδο της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας με τους στρατιώτες-αυτοκράτορες ξεκινά ο αυτοκράτορας Διοκλητιανός διοικητικές και οικονομικές μεταρρυθμίσεις, οι οποίες αποσκοπούν στη σταθερότητα και διαιώνισή της. Μια από τις διοικητικές μεταρρυθμίσεις που επέβαλε ήταν η διοίκηση της αυτοκρατορίας από δύο αυγούστους και δύο καίσαρες. Στο τέλος του 3ου αι. μ.Χ. αύγουστοι είναι ο Διοκλητιανός με τον Μαξιμιανό, έχοντας ως βοηθούς τους καίσαρες Γαλέριο και Κωνστάντιο Χλωρό. Ο Γαλέριος καταγόταν από τη Δακία (τη σημερινή Σερβία), κατάφερε να αναρριχηθεί σε υψηλά αξιώματα μέσω της στρατιωτικής του σταδιοδρομίας και του γάμου του με την κόρη του Διοκλητιανού. Μετά την επιτυχή έκβαση της εκστρατείας εναντίον των Περσών επιλέγει το 299 μ.Χ. ως έδρα του τη Θεσσαλονίκη.

Ο Γαλέριος ξεκινάει, λοιπόν, ένα σημαντικό και, παράλληλα, μεγαλεπίβολο οικιστικό πρόγραμμα στις αρχές του 4ου αι. μ.Χ. Τα οικοδομήματα προορίζονταν, κυρίως, για προσωπική του χρήση. Το πρόγραμμα εντασσόταν σε μια προσπάθεια αναμόρφωσης της πόλης στα ανατολικά της όρια, που επέκτεινε για το σκοπό αυτό. Το συγκρότημα καταλάμβανε μια έκταση περίπου 150.000 τ.μ., τα κτήριά του ήταν διατεταγμένα σε ευθεία με άξονα από βορρά προς νότο, εκτεινόταν από τη Ροτόντα ως τη θάλασσα και από το ανατολικό τείχος της πόλης ως την περιοχή μεταξύ Πλατείας Ναυαρίνου - Αγίας Σοφίας και αποτελούσε το διοικητικό και θρησκευτικό κέντρο της πόλης. Το συγκρότημα περιελάμβανε τη Ροτόντα (ναός ή μαυσωλείο), τη θριαμβική αψίδα, το ανακτορικό σύνολο με προσαρτημένο σ' αυτό το Οκτάγωνο, και τον Ιππόδρομο.

Το ανάκτορο του Γαλερίου βρίσκεται στην Πλατεία Ναυαρίνου της θεσσαλονίκης και περιλαμβάνει ένα κεντρικό περιστύλιο, αίθριο πλαισιωμένο από στοές με ψηφιδωτά, βασιλική, οκτάγωνο και Νυμφαίο. Πρόκειται για ένα από τα βασικά τετραρχικά συγκροτήματα, με συχνότατη μνεία στη βιβλιογραφία και το μοναδικό στην Ελλάδα. Η ανασκαφική έρευνα των δεκαετιών του 1950 και 1960 έφερε στο φως το νοτιοανατολικό τμήμα του ανακτόρου. Αποκαλύφθηκε ένα κεντρικό περίστυλο αίθριο, το οποίο πλαισιωνόταν στις τρεις πλευρές του από δωμάτια. Στοές με ψηφιδωτά δάπεδα απομόνωναν το αίθριο από τα υπόλοιπα κτίσματα. Μετά από σεισμό τον 5ο αι. μ.Χ. καταστρέφονται η νότια και δυτική στοά και ανακατασκευάζονται τα δάπεδα με μαρμάρινες πλάκες και χονδροψηφιδωτό.

Ανατολικότερα και πριν τον ιππόδρομο υπήρχε ένα καμαροσκεπές διώροφο κτίσμα και μια μνημειακή βασιλική, η οποία λειτουργούσε ως αίθουσα για επίσημες ακροάσεις. Στο νοτιοανατολικό τμήμα του συγκροτήματος αποκαλύφθηκε ο χώρος λατρείας του συγκροτήματος, ένα Νυμφαίο. Στο νότιο τμήμα του κεντρικού περιστιλίου ανακαλύφθηκε το 1950 από τον Χ. Μακαρόνα μια οκταγωνική αίθουσα με λαμπρή εσωτερική διακόσμηση, πιθανόν διοικητικής φύσης. Οι πρόσφατες έρευνες στο σημείο αυτό αποκάλυψαν ότι το οκτάγωνο με το δίκογχο προθάλαμό του επικοινωνούσαν μέσω ενός προπύλου και ενός δεύτερου μεγάλου περιστυλίου με τη θάλασσα. Από αυτό το νότιο περιστύλιο προέρχεται ένα αριστούργημα της υστερορωμαϊκής τέχνης, ένα μικρό μαρμάρινο τόξο, το οποίο διαθέτει και προτομή του Γαλέριου.

Στο βόρεια του ανακτόρου υπήρχε το θριαμβικό τόξο του Γαλερίου, το οποίο διέθετε πληθώρα παραστάσεων και εξυμνούσε τους Τετράρχες αλλά και τις στρατιωτικές επιτυχίες του Γαλέριου. Πιθανόν να αποτελούσε μια μνημειακή πύλη, τη βόρεια είσοδο του ανακτορικού συγκροτήματος. Στον ίδιο άξονα, λίγο πιο βόρεια, κατασκευάστηκε ένα κυκλικό κτήριο, η Ροτόντα, πιθανόν ένας ναός όπου λάμβαναν χώρα οι επίσημες τελετές λατρείας. Ίδιας μορφής και λειτουργίας είναι και το Πάνθεον στη Ρώμη. Το ανατολικότερο τμήμα του συγκροτήματος συμπληρώνεται με τον Ιππόδρομο, ο οποίος αποτελούσε πόλο έλξης των πολιτών ως κέντρο ψυχαγωγίας και κοινωνικής δραστηριότητας. Σώζεται εντελώς αποσπασματικά. Εκεί έγινε η σφαγή των θεσσαλονικέων το 390 μ.Χ. μετά από διαταγή του αυτοκράτορα θεοδοσίου, γεγονός που σήμανε και το τέλος της λειτουργία του.

Από το 2002 τμήμα του ανακτορικού συγκροτήματος είναι επισκέψιμο χωρίς εισιτήριο, με έκθεση εποπτικού υλικού στο αίθριο, που αφορά στις αρχαιολογικές και αναστηλωτικές εργασίες που λαμβάνουν χώρα από το 1993 και εξής. Έχουν αναστηλωθεί μεγάλα τμήματά του (αίθριο, στοές, βασιλική) και έχουν αποκατασταθεί κατά το μεγαλύτερο μέρος τους τα ψηφιδωτά και μαρμαροθετημένα δάπεδα. Σε εξέλιξη βρίσκεται η αναστήλωση του Νυμφαίου και του Οκταγώνου.

 

Αρχαία Ρωμαική Αγορά Θεσσαλονίκης

 Η Αρχαία Ρωμαϊκή Αγορά είναι ένα από τα ομορφότερα στολίδια της Θεσσαλονίκης που χτίστηκε το 42 π.Χ.-138 μ.Χ., αποκαλύφθηκε στις αρχαιολογικές ανασκαφές του 1966 και βρίσκεται μεταξύ των οδών Φιλίππου, Αγνώστου Στρατιώτου, Ολύμπου και Μακεδονικής Αμύνης.
Ο χώρος της Αγοράς μοιάζει με μια χρονομηχανή που ταξιδεύει τον κάθε επισκέπτη στο παρελθόν και του γνωρίζει την ομορφιά της τότε Θεσσαλονίκης, που δεν μοιάζει καθόλου με την σημερινή. Αποτελούσε το κοινωνικό, οικονομικό, διοικητικό, πνευματικό και θρησκευτικό κέντρο όλης της πόλης. Εκεί υπήρχαν τα πιο επιβλητικά και μεγαλοπρεπή δημόσια κτίρια. Στην αγορά γινόταν εμπορικές συναλλαγές, συνήθως στον κεντρικό αύλιο χώρο της πόλης. Ήταν ένας ανοικτός χώρος, στον οποίο συγκεντρώνονταν οι άρρενες κάτοικοι της πόλης. Εκτός από τον εμπορικό της χαρακτήρα, η Αγορά ήταν και ο τόπος στον οποίο οι αρχαίοι συζητούσαν τις πολιτικές εξελίξεις, τα κοινά, γνωριζόνταν και φιλοσοφούσαν. Είχε μια μεγάλη κεντρική πλατεία με μεγάλες κιονοστοιχίες, φιλοξενούσε ένα ωδείο, ένα χώρο θεαμάτων, αρχείο, νομισματοκοπείο, λουτρό, μαγαζιά και μεγάλες στοές από τις οποίες η καλύτερα σωζόμενη είναι η «κρυπτή στοά».
Η Αρχαία Ρωμαϊκή Αγορά είναι ένα από τα πρώτα αξιοθέατα της Θεσσαλονίκης που ,εμείς ως Σαλονικείς, θα σας προτείναμε να την επισκεφθείτε.

 

Άνω Πόλη Θεσσαλονίκης

Θεσσαλονίκη χωρίς την Άνω Πόλη είναι σαν σπίτι χωρίς μπαλκόνι. Αλλά, για να είμαστε πιο ακριβείς, η περιοχή που εκτείνεται γύρω από τα Κάστρα της Θεσσαλονίκης θα μπορούσε να ονομάζεται Άλλη Πόλη. Γιατί είναι. Θα το διαπιστώσετε αν δείτε την αεροφωτογραφία της πόλης: Από το λιμάνι ως ένα σημείο κυριαρχεί το μπετόν της πολυκατοικίας, ενώ στα Κάστρα το τοπίο αλλάζει, και κυριαρχούν τα παλιά καλά κεραμίδια. Θα το διαπιστώσετε επίσης αν ανοίξετε έναν χάρτη της Θεσσαλονίκης και παρατηρήσετε την ρυμοτομία των δρόμων κάτω από την οδό Κασσάνδρου και πάνω από αυτή – η κεντρική Θεσσαλονίκη μοιάζει με αυστηρό κλασικό σταυρόλεξο, ενώ η Άνω Πόλη με εκείνο το παιχνίδι-λαβύρινθο που σου ζητά να μαυρίσεις τα κομμάτια με τις κουκίδες για να εμφανιστεί ένα σχέδιο. Και το σχέδιο που εμφανίζεται στην περίπτωση της Άνω Πόλης είναι ένα γοητευτικό μωσαϊκό Ιστορίας και παράδοσης. Ένα συνονθύλευμα πέτρας και πρασίνου. Μια δροσερή σοφίτα από όπου μπορείς να κρυφοκοιτάξεις όλη την υπόλοιπη πόλη και τον Θερμαϊκό αφ’ υψηλού, πίνοντας άλλο ένα ουζάκι στην αυλή ενός μεζεδοπωλείου. Κι επειδή είχαμε κι εμείς το γενναιόδωρο μερίδιό μας σε αυτά τα ανωπολίτικα ουζάκια και τους απολαυστικούς περιπάτους, αποφασίσαμε να μοιραστούμε τις βόλτες στα Κάστρα και τα μικρά μυστικά τους μαζί σας.

Ανηφορίζοντας την Ιστορία

Λίγο λαχανιασμένο περπάτημα από την οδό Ολυμπιάδος προς τα Βόρεια και το θεσσαλονικιώτικο σκηνικό αλλάζει. Τα πρώτα πλακόστρωτα δρομάκια εμφανίζονται, οι ανθισμένες αυλές, τα πέτρινα σκαλάκια και τα φιδίσια αδιέξοδα σοκάκια πολλαπλασιάζονται. Η αλλαγή του σκηνικού ξεκινά από την αρχιτεκτονική αντίθεση. Η Άνω Πόλη της Θεσσαλονίκης, κατοικημένη κατά κύριο λόγο από Τούρκους κατά την Τουρκοκρατία, αλλά και από πρόσφυγες μετά την δεκαετία του ’20, διατήρησε ως ένα σημείο ατόφια τα χρώματα και την παραδοσιακή βαλκανική ιδιοσυγκρασία της παλιάς γειτονιάς. Άλλες γωνιές χαρακτηρίζονται «νεο-παραδοσιακές», άλλες ξεχωρίζουν για τα γραφικά χαμόσπιτα με την απέριττη «χωριάτικη» αισθητική, και άλλες αποπνέουν εκείνη την γοητεία που τους χαρίζει η βυζαντινή αίγλη των τειχών. Και κάπως έτσι, περπατώντας ανάμεσα σε λουλουδιασμένες ανηφόρες, ιστορικές πλατείες και δρόμους που δυστυχώς τις τελευταίες δεκαετίες υπέκυψαν στις σειρήνες της αντιπαροχής και του άχρωμου μπετόν, καταλήγουμε στα Κάστρα, στα τείχη του οποίου την ημέρα τουρίστες φωτογραφίζονται, και την νύχτα, όταν είναι όμορφα φωταγωγημένα (αλλά και ελαφρώς επικίνδυνα), ζευγαράκια βρίσκουν το ιδανικό σκηνικό να ρεμβάσουν και φοιτοτοπαρέες να πιουν τις μπύρες τους, λίγο πριν κατέβουν προς το λιμάνι για την συνέχεια. Εκεί, στην ίδια περιοχή εμφανίζονται οι πρώτες πράσινες τούφες του Σέιχ Σου, ενώ πιο πάνω, στα Χίλια Δένδρα, ο περίφημος κέδρινος λόφος φιλοξενεί την πανίδα του Ζωολογικού Κήπου, δίπλα από το πιο δροσερό ανοιχτό θέατρο της πόλης.

Τα Άνω… αξιοθέατα

Γεντί Κουλέ
Το Επταπύργιο, γνωστό και με την παραπάνω οθωμανική ονομασία, βρίσκεται στο βορειοανατολικό άκρο των τειχών της πόλης, και αποτελείται από παλαιοχριστιανικά τείχη στο βόρειο μέρος, αλλά και πιο «νεαρούς» πύργους, χτισμένους κατά την Τουρκοκρατία. Εντός και εκτός του σχηματισμού του φρουρίου βρίσκονται τα περίφημα κτίρια, στα οποία λειτουργούσαν οι φυλακές της Θεσσαλονίκης μέχρι το 1989. Έκτοτε, τα κτίσματα αποδόθηκαν στο υπουργείο Πολιτισμού και βρίσκονται υπό αναστήλωση.

Ιστορικοί ναοί
Περπατώντας στην Άνω Πόλη, τα βήματα σας σίγουρα θα συναντήσουν κάποιους από τους λιτούς, αλλά εντυπωσιακούς ναούς της, όπως τον χριστιανικό του Οσίου Δαυίδ και αυτόν των Ταξιαρχών, αλλά και τα απομεινάρια του τζαμιού Αλαντζά Ιμαρέτ στην οδό Κασσάνδρου και την Μονή Βλατάδων. Κάπου εκεί ίσως ακούσετε και τους θρύλους που κυκλοφορούν από στόμα σε στόμα, όπως αυτόν του δερβίση Μουσά-Μπαμπα, το μαυσωλείο του οποίου βρίσκεται στην σημερινή πλατεία Τερψιθέας, αλλά ο αστικός θρύλος θέλει το φάντασμά του συχνά να βολτάρει τα Μεσάνυχτα στο πλακόστρωτο.

Ζωολογικός Κήπος
Βρίσκεται στην κορυφή της διαδρομής προς τα Χίλια Δένδρα, έχει ελεύθερη είσοδο και περηφανεύεται πως φιλοξενεί σημαντικό δείγμα της πανίδας της χώρας. Δυστυχώς, η τελευταία επίσκεψή μας σε αυτόν, μας έπεισε ότι τα ζώα, τα ερπετά που έχουν συγκεντρωθεί στο ειδικό καταφύγιο, αλλά και η βλάστηση εντός του πάρκου, θα μπορούσαν να χαίρουν περισσότερης φροντίδας – τα σημάδια της εγκατάλειψης είναι εμφανή.

Βόλτες, βόλτες, βόλτες
Όταν μιλάμε για την Άνω Πόλη, αξιοθέατη είναι ολόκληρη η περιοχή και όχι μόνο τμήματά της. Γι’ αυτό το καλύτερο που έχετε να κάνετε είναι να βάλετε άνετα παπούτσια και να τριγυρίσετε όσα περισσότερα στενά της μπορείτε, να στρίψετε σε κάθε ασβεστωμένη γωνιά της, να ανεβοκατεβείτε σκαλάκια και να προσπεράσετε καφενεία και ταβέρνες, για να διαπιστώσετε πως το κλισέ του «χαλαρά» σίγουρα θα πρέπει να γεννήθηκε κάπου εδώ πάνω, στην πιο ήσυχη και πιο προνομιακή πλευρά της Θεσσαλονίκης.